Πέμπτη, Νοέμβριος 12, 2009
Απέξω πανούκλα κι από μέσα κούκλα
Είδα προχτές τη συνέντευξη της Κωσταντίνας Κούνεβας από το Σταύρο Θοδωράκη. Στο τέλος είπε ο Θοδωράκης ότι την πρώτη φορά που την είδε έπαθε σοκ, αλλά ότι τις επόμενες μέρες πηγαίνοντας πάλι και πάλι, στο τέλος άρχισε να τη βλέπει πάλι όμορφη. Και το απέδωσε στο χαρακτήρα της. Και ακούγοντάς το θυμήθηκα μια εκπομπή που είδα πριν από κάνα μήνα, μάλλον στο Κανάλι της Βουλής, για τη "Λέσχη των Ινδικών Χοιριδίων" του πρωτοπόρου χειρούργου και ανθρωπιστή γιατρού Archibald McIndoe, όπου τα "ινδικά χοιρίδια" ήταν Βρετανοί στρατιώτες που είχαν καεί στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο beyond repair. Και βρήκαν τα "ινδικά χοιρίδια" και γυναίκες και παντρεύτηκαν, και μια τους έλεγε πως "μετά από λίγο δεν βλέπεις πια την παραμόρφωση", παρότι αυτή είναι τεράστια. Και εννοούσε όχι "δε σε νοιάζει η παραμόρφωση" αλλά "δεν τη βλέπεις".
Ετικέτες
Ξηροί καρποί
Μεταφραστικά σημεία και τέρατα, 3
Τα 'χω ξαναπεί για το Κανάλι της Βουλής και τα μεταφραστικά του αίσχη [1] [2]. Η πλάκα είναι ότι κοστίζει, λέει, στον γενικό προϋπολογισμό της Βουλής ο υποτιτλισμός και η μίσθωση προγραμμάτων για το κανάλι 2 εκατομμύρια ευρώ! Τέλος πάντων, προ ημερών είδα το 2ο μέρος της ταινίας "Μαντάμ ντε Πομπαντούρ", και σταχυολογώ εδώ τα πιο τραγικά λάθη:
Les grenouilles se lassant du régime démocratique
Οι βάτραχοι ήθελαν ένα δημοκρατικό κράτος
Un coeur enrhumé
Μια ακλόνητη καρδιά
Je ne me suis pas autant amusé depuis au moins un siècle
Είμαι δυστυχισμένος εδώ κι έναν αιώνα
J’en aurais fait de mon coeur tout autant
Πάγωσε η καρδιά μου με τη μία
(πολύ μάγκικες εκφράσεις, αυτός ο Λουδοβίκος!)
Gardez-vous aussi d’afficher votre opinion
Αφισοκολλήστε τη γνώμη σας
Vous vous trompez à mon égard
Μη θίγετε την υπόληψή μου
Votre rang
Το Εγώ σας
Je n’ai jamais voulu ta mort
Δεν ήθελα το θάνατό του
Avant que je le crache à même la figure
Πριν το μίσος του καταφέρει να με σκοτώσει
Respecter la position d’autrui
Να σέβεσαι τις ανάγκες του λαού
Parlons poisson
Μιλήστε, Πουασόν.
(Η Πομπαντούρ λεγότανε κανονικά Πουασσόν, που σημαίνει ψάρι. Ωστόσο, στη σκηνή αυτή ο Λουδοβίκος ΙΕ' της λέει, αντί να συζητάνε για πολιτικά, να πάνε να της δείξει τη στέρνα με τα ψάρια του. --Ας μιλήσουμε για ψάρια. Δευτερευόντως, βέβαια, η φράση σημαίνει και "ας μιλήσουμε για την Πουασσόν", δηλ. ας μιλήσουμε για σένα. --"Μιλήστε, Πουασόν", πάντως, με τίποτα).
Le souper
Η σούπα
(λέει η κυρία ότι "με βάρυνε το βραδυνό", και όχι "με βάρυνε η σούπα", η οποία, συνήθως, είναι όχι βαριά για το στομάχι αλλά το αντίθετο.)
Elle nous supplie de la défendre dans son agression de la Prusse
Μας προσφέρει βοήθεια στις επιθέσεις της Προύσας (Prusse = Πρωσία)
Désormais
Δυστυχώς
On nous attend
Σας περιμένουμε
Comment cette femme si respectueuse à mon égard peut-elle commettre de telles maladresses?
Γιατί είναι τόσο σεβάσμια; Είναι σήμα κατατεθέν της ατζαμοσύνης
(Πέρα από την κατανόηση άρτζι μπούρτζι και λουλάς, έχει πλάκα ότι μιλάει μια βασίλισσα των Βερσαλλιών και λέει "σήμα κατατεθέν", χρησιμοποιεί δηλ. μια έκφραση καθαρά αστική.)
Θα είχε κι άλλα, αλλά τέλειωσε η εγγραφή που είχα κάνει κι έχασα το τέλος. Πάντως πρόλαβα το μαχαίρωμα του Λουδοβίκου ΙΕ', ο οποίος απαλλάχτηκε έτσι από τα γλωσσικά μαχαιρώματα του/της μεταφραστή/τριας.
Les grenouilles se lassant du régime démocratique
Οι βάτραχοι ήθελαν ένα δημοκρατικό κράτος
Un coeur enrhumé
Μια ακλόνητη καρδιά
Je ne me suis pas autant amusé depuis au moins un siècle
Είμαι δυστυχισμένος εδώ κι έναν αιώνα
J’en aurais fait de mon coeur tout autant
Πάγωσε η καρδιά μου με τη μία
(πολύ μάγκικες εκφράσεις, αυτός ο Λουδοβίκος!)
Gardez-vous aussi d’afficher votre opinion
Αφισοκολλήστε τη γνώμη σας
Vous vous trompez à mon égard
Μη θίγετε την υπόληψή μου
Votre rang
Το Εγώ σας
Je n’ai jamais voulu ta mort
Δεν ήθελα το θάνατό του
Avant que je le crache à même la figure
Πριν το μίσος του καταφέρει να με σκοτώσει
Respecter la position d’autrui
Να σέβεσαι τις ανάγκες του λαού
Parlons poisson
Μιλήστε, Πουασόν.
(Η Πομπαντούρ λεγότανε κανονικά Πουασσόν, που σημαίνει ψάρι. Ωστόσο, στη σκηνή αυτή ο Λουδοβίκος ΙΕ' της λέει, αντί να συζητάνε για πολιτικά, να πάνε να της δείξει τη στέρνα με τα ψάρια του. --Ας μιλήσουμε για ψάρια. Δευτερευόντως, βέβαια, η φράση σημαίνει και "ας μιλήσουμε για την Πουασσόν", δηλ. ας μιλήσουμε για σένα. --"Μιλήστε, Πουασόν", πάντως, με τίποτα).
Le souper
Η σούπα
(λέει η κυρία ότι "με βάρυνε το βραδυνό", και όχι "με βάρυνε η σούπα", η οποία, συνήθως, είναι όχι βαριά για το στομάχι αλλά το αντίθετο.)
Elle nous supplie de la défendre dans son agression de la Prusse
Μας προσφέρει βοήθεια στις επιθέσεις της Προύσας (Prusse = Πρωσία)
Désormais
Δυστυχώς
On nous attend
Σας περιμένουμε
Comment cette femme si respectueuse à mon égard peut-elle commettre de telles maladresses?
Γιατί είναι τόσο σεβάσμια; Είναι σήμα κατατεθέν της ατζαμοσύνης
(Πέρα από την κατανόηση άρτζι μπούρτζι και λουλάς, έχει πλάκα ότι μιλάει μια βασίλισσα των Βερσαλλιών και λέει "σήμα κατατεθέν", χρησιμοποιεί δηλ. μια έκφραση καθαρά αστική.)
Θα είχε κι άλλα, αλλά τέλειωσε η εγγραφή που είχα κάνει κι έχασα το τέλος. Πάντως πρόλαβα το μαχαίρωμα του Λουδοβίκου ΙΕ', ο οποίος απαλλάχτηκε έτσι από τα γλωσσικά μαχαιρώματα του/της μεταφραστή/τριας.
Ετικέτες
Γλώσσα
Τρίτη, Νοέμβριος 10, 2009
Μια άλλη επέτειος
Σήμερα, 9 Νοεμβρίου, είναι η επέτειος της πτώσης του τείχους του Βερολίνου. Πολύ σημαντική ημερομηνία, αναμφίβολα. Ωστόσο, επειδή δρυός πεσούσης πάς ανήρ ξυλεύεται, καλό είναι να μην επισκιάζει τελείως η μεγάλη αυτή επέτειος το ναζιστικό παρελθόν πολλών "αντικομουνιστών" της τότε Δυτ. Γερμανίας. Οπότε, σαν στοιχειωδώς εξισορροπητική επέτειος ας χρησιμεύει η κοντινή της, 7η Νοεμβρίου:
(από την Deutsche Welle)
7.11.1968: A Slap in the Face for the German Chancellor
The then Defense Minister Gerhard Schröder (not to be confused with Chancellor Gerhard Schröder, SPD) was calmly composing a memorandum when his head of government, Kurt Georg Kiesinger, was met with a surprise assault in the Berlin convention hall – or, more precisely, an "attack", as the Chancellor later described it.
Despite security measures at the national convention of Germany’s Christian Democratic Party on that memorable 7th day of November, 1968, an attractive young woman suddenly stormed up to the Swabian aesthete Kiesinger and slapped him in the face.
Kiesinger and the CDU should actually have been on the alert for such an occurrence, since the same woman, Beate Klarsfeld – a Frenchwoman who also held a German passport – had already caused an uproar in parliament several months earlier, when she shouted out "Nazi Kiesinger" from the spectators’ stands, in the middle of a debate in the upper house. As Klarsfeld explained to anyone who wished to hear it (and to many who didn’t), it should simply be out of the question that in this still fairly young Federal Republic, a former member of the National Socialist Party – that is, a Nazi – be allowed to become the head of government.
From the point of view of Kurt Georg Kiesinger, who suffered a slight tear to the conjunctiva of his left eye, this was the act of a woman who had links to "agitators" and was armed with "materials from Eastern resources". The acting president of the convention declared the slap to be abhorrent, whereupon the Chancellor received a standing ovation from the delegates.
It was a time when a number of leading German politicians were still burdened with an active Nazi past - for example, Hans Globke or Heinrich Lübke. And then there was Kiesinger’s successor as leader of the state of Baden-Württemberg, a certain Mr Hans Filbinger, who in his role as a navy judge in the very last days of the "Thousand Year Reich" had sentenced youths undermining the army and thus considered to be "enemies of the people" to death.
And, as Beate Klarsfeld frankly admitted afterwards, there was also a very real background to her well-planned act. In February of that year, the 28-year-old self-proclaimed Nazi hunter and pro-Jewish activist had sued the German-French Jugendwerk (youth organization) for a symbolic 1 franc in compensatory damages when she was fired from her job at the organization. And why? Because she had openly criticized the National Socialist past of this same Mr. Kiesinger.
On the evening of the very same day - this is how quickly German judges can pass sentences when necessary – on that very same evening, Beate Klarsfeld was sentenced to a remarkable twelve months imprisonment without probation on charges of libeling the Chancellor and for the premeditated infliction of bodily harm.
Beate Klarsfeld – who in the years that followed, became as famous as she was notorious – offered her own explanation for why this sentence was so remarkable from her point of view as a protestor, and why it all happened in the first place:
"Well, I believe that this was a gesture that not only struck a blow to Kiesinger, the Nazi Chancellor, but also to the public that had democratically elected him. And I think that the young generation’s slap in the face to the Nazi generation was the symbolic gesture for the year 1968, when I slapped Kiesinger in the face. "
"My husband and I considered for a long time what kind of a gesture could be symbolic – and above all, what would draw the public’s attention to Kiesinger’s Nazi past. And I did not immediately resort to these means. Rather, before I was fired from the German-French Jugendwerk, I published several articles in the "Freie Tribüne" as well as in the French newspaper "Combat", in which I attacked Kiesinger’s Nazi past and rejected him as Chancellor for the young generation, contrasting him with a resistance fighter such as Willy Brandt.
“As a result of these articles, I was fired, and felt it was necessary to carry out research into Kiesinger’s Nazi past. The slap in the face was an escalation, since I had already made many attempts to make the public aware of his history and to point out that it was unacceptable to have a former deputy department chief for the Nazis as our Federal Chancellor. So, a symbolic gesture had to be made which would firstly shake up the public and let them know exactly what kind of a person our Chancellor is, and secondly, would motivate young people to focus their criticism on Kiesinger.
"And then the gesture – the slap – took place in Berlin, which I chose on purpose because of its protected status under the allies. I had also counted on this to be a kind of personal protection for me in case I was taken to court. Since I had both German and French citizenship, I would be able to rely on my status as a French citizen, which in fact I did.
And naturally, the sentencing on the same evening to one year in prison without probation made the scandal even greater. Just a short time earlier, Rudi Dutschke had been beaten to a pulp: a former Nazi and member of the right wing beat him up and he was then sentenced to pay a fine of 200 DM - and for a slap in the face, I was given one year in prison without probation.
The judge pointed out to me that, after all, this was an act of violence, and was I aware of that? I answered him by saying, 'Forcing us to live under a Nazi Chancellor is an act of violence, but a woman slapping a man in the face is not."
(από την Deutsche Welle)
7.11.1968: A Slap in the Face for the German Chancellor
The then Defense Minister Gerhard Schröder (not to be confused with Chancellor Gerhard Schröder, SPD) was calmly composing a memorandum when his head of government, Kurt Georg Kiesinger, was met with a surprise assault in the Berlin convention hall – or, more precisely, an "attack", as the Chancellor later described it.
Despite security measures at the national convention of Germany’s Christian Democratic Party on that memorable 7th day of November, 1968, an attractive young woman suddenly stormed up to the Swabian aesthete Kiesinger and slapped him in the face.
Kiesinger and the CDU should actually have been on the alert for such an occurrence, since the same woman, Beate Klarsfeld – a Frenchwoman who also held a German passport – had already caused an uproar in parliament several months earlier, when she shouted out "Nazi Kiesinger" from the spectators’ stands, in the middle of a debate in the upper house. As Klarsfeld explained to anyone who wished to hear it (and to many who didn’t), it should simply be out of the question that in this still fairly young Federal Republic, a former member of the National Socialist Party – that is, a Nazi – be allowed to become the head of government.
From the point of view of Kurt Georg Kiesinger, who suffered a slight tear to the conjunctiva of his left eye, this was the act of a woman who had links to "agitators" and was armed with "materials from Eastern resources". The acting president of the convention declared the slap to be abhorrent, whereupon the Chancellor received a standing ovation from the delegates.
It was a time when a number of leading German politicians were still burdened with an active Nazi past - for example, Hans Globke or Heinrich Lübke. And then there was Kiesinger’s successor as leader of the state of Baden-Württemberg, a certain Mr Hans Filbinger, who in his role as a navy judge in the very last days of the "Thousand Year Reich" had sentenced youths undermining the army and thus considered to be "enemies of the people" to death.
And, as Beate Klarsfeld frankly admitted afterwards, there was also a very real background to her well-planned act. In February of that year, the 28-year-old self-proclaimed Nazi hunter and pro-Jewish activist had sued the German-French Jugendwerk (youth organization) for a symbolic 1 franc in compensatory damages when she was fired from her job at the organization. And why? Because she had openly criticized the National Socialist past of this same Mr. Kiesinger.
On the evening of the very same day - this is how quickly German judges can pass sentences when necessary – on that very same evening, Beate Klarsfeld was sentenced to a remarkable twelve months imprisonment without probation on charges of libeling the Chancellor and for the premeditated infliction of bodily harm.
Beate Klarsfeld – who in the years that followed, became as famous as she was notorious – offered her own explanation for why this sentence was so remarkable from her point of view as a protestor, and why it all happened in the first place:
"Well, I believe that this was a gesture that not only struck a blow to Kiesinger, the Nazi Chancellor, but also to the public that had democratically elected him. And I think that the young generation’s slap in the face to the Nazi generation was the symbolic gesture for the year 1968, when I slapped Kiesinger in the face. "
"My husband and I considered for a long time what kind of a gesture could be symbolic – and above all, what would draw the public’s attention to Kiesinger’s Nazi past. And I did not immediately resort to these means. Rather, before I was fired from the German-French Jugendwerk, I published several articles in the "Freie Tribüne" as well as in the French newspaper "Combat", in which I attacked Kiesinger’s Nazi past and rejected him as Chancellor for the young generation, contrasting him with a resistance fighter such as Willy Brandt.
“As a result of these articles, I was fired, and felt it was necessary to carry out research into Kiesinger’s Nazi past. The slap in the face was an escalation, since I had already made many attempts to make the public aware of his history and to point out that it was unacceptable to have a former deputy department chief for the Nazis as our Federal Chancellor. So, a symbolic gesture had to be made which would firstly shake up the public and let them know exactly what kind of a person our Chancellor is, and secondly, would motivate young people to focus their criticism on Kiesinger.
"And then the gesture – the slap – took place in Berlin, which I chose on purpose because of its protected status under the allies. I had also counted on this to be a kind of personal protection for me in case I was taken to court. Since I had both German and French citizenship, I would be able to rely on my status as a French citizen, which in fact I did.
And naturally, the sentencing on the same evening to one year in prison without probation made the scandal even greater. Just a short time earlier, Rudi Dutschke had been beaten to a pulp: a former Nazi and member of the right wing beat him up and he was then sentenced to pay a fine of 200 DM - and for a slap in the face, I was given one year in prison without probation.
The judge pointed out to me that, after all, this was an act of violence, and was I aware of that? I answered him by saying, 'Forcing us to live under a Nazi Chancellor is an act of violence, but a woman slapping a man in the face is not."
Ετικέτες
Πολιτική
Κυριακή, Νοέμβριος 08, 2009
Μήνας Φωτογραφίας
Πήγα χτες στην Εσπλανάδα του Ολυμπιακού Πόλου του Φαλήρου. Η έκθεση γίνεται ακριβώς κάτω από την Εσπλανάδα. Κατεύθυνση κατεβαίνοντας από Συγγρού "Ολυμπιακό Στάδιο" (προς Γλυφάδα δηλαδή) και μετά πινακίδα "Γήπεδο Beach Volley". Ψάξτε για την αφίσα πάνω από την είσοδο, γιατί άλλη σήμανση δεν υπάρχει...
Μου άρεσαν περισσότερο:
Από την ενότητα A Brave New World:
Sara van Marcke http://www.outlandish-photo.be (εκτίθενται τα περισσότερα από τα Untitled 2007... Παίξτε δε με τα μπιλάκια στο παραπάνω σάιτ, είναι πολύ ωραία!)
Wei Bi prison photography
Από την ενότητα Indefinite 2009 - Academy of Fine Arts in Poznan:
Magdalena Płaczkowska (Πουατσκόβσκα), απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του Πόζναν (στην Έκθεση: , Πρόγραμμα: Νέοι Ευρωπαίοι Φωτογράφοι)
Από την ενότητα Νέοι Έλληνες φωτογράφοι 2009F, επιμέλεια Μανόλη Μωρεσόπουλου:
Ολυμπία Ορνεράκη, looking-through
Από την ενότητα Αστικές Αντι-λήψεις:
Σκόρπιες φωτογραφίες (δεν συγκράτησα ονόματα, καθώς έκλεινε η έκθεση) με φωτογραφίες δρόμου και πόλης, από τη Φωτογραφική Ομάδα Ζεύξις, που ιδρύθηκε γύρω από τον Νίκο Αποστολόπουλο.
Η έκθεση έχει και βίντεο, αλλά τα περισσότερα δεν τα είδα, γιατί δεν προλάβαινα.
Μου άρεσαν περισσότερο:
Από την ενότητα A Brave New World:
Sara van Marcke http://www.outlandish-photo.be (εκτίθενται τα περισσότερα από τα Untitled 2007... Παίξτε δε με τα μπιλάκια στο παραπάνω σάιτ, είναι πολύ ωραία!)
Wei Bi prison photography
Από την ενότητα Indefinite 2009 - Academy of Fine Arts in Poznan:
Magdalena Płaczkowska (Πουατσκόβσκα), απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του Πόζναν (στην Έκθεση: , Πρόγραμμα: Νέοι Ευρωπαίοι Φωτογράφοι)
Από την ενότητα Νέοι Έλληνες φωτογράφοι 2009F, επιμέλεια Μανόλη Μωρεσόπουλου:
Ολυμπία Ορνεράκη, looking-through
Από την ενότητα Αστικές Αντι-λήψεις:
Σκόρπιες φωτογραφίες (δεν συγκράτησα ονόματα, καθώς έκλεινε η έκθεση) με φωτογραφίες δρόμου και πόλης, από τη Φωτογραφική Ομάδα Ζεύξις, που ιδρύθηκε γύρω από τον Νίκο Αποστολόπουλο.
Η έκθεση έχει και βίντεο, αλλά τα περισσότερα δεν τα είδα, γιατί δεν προλάβαινα.
Ετικέτες
Φωτογραφία
Πέμπτη, Νοέμβριος 05, 2009
Κατάδεσμος
Δύο μαγαζιά που πήγαινα γιατί μ' άρεσε το πρόγραμμά τους ήταν οι 1002 Νύχτες και το Χαμάμ. Και στα δύο καπνίζουν, παρά το νόμο. Αναγκάστηκα να τα κόψω και τα δύο. Ορκίζομαι να μην ξαναπατήσω σε μαγαζί με καπνό, αφού δεν σέβονται ένα νόμο που επιτέλους θα με προστάτευε από το παθητικό κάπνισμα. Καλύτερα μόνος, παρά παρέα και φτυσμένος.
Ελλάδα, την κατάρα μου να 'χεις, ώσπου ν' αλλάξεις!
Να και το μέιλ που έστειλα σήμερα στις 1002 Νύχτες, οι οποίες το Σεπτέμβρη που είχα πάει τελευταία φορά τηρούσαν την απαγόρευση, όχι όμως πια:
Θα μου πεις, "χέστηκ' η φοράδα στ' αλώνι". Δεν πειράζει! Ας χέστηκε! Ίσως αν αρχίσουν οι διαφωνούντες να εκδηλώνονται, κι όχι να χάνονται στην ανωνυμία, κάτι ν' αλλάξει.
Ελλάδα, την κατάρα μου να 'χεις, ώσπου ν' αλλάξεις!
Να και το μέιλ που έστειλα σήμερα στις 1002 Νύχτες, οι οποίες το Σεπτέμβρη που είχα πάει τελευταία φορά τηρούσαν την απαγόρευση, όχι όμως πια:
Είχα σκοπό να έρθω στην Τηγανούρια. Τηλεφώνησα μάλιστα και έκανα και κράτηση. Επειδή δεν μου είχατε απαντήσει προ ημερών στο ερώτημα για το κάπνισμα που είχα θέσει στο προηγούμενο μέιλ μου, μου δημιουργήθηκαν υποψίες, κι έτσι ρώτησα τον κύριο που μου έκανε την κράτηση, αν ισχύει ακόμα η τήρηση του νόμου στο μαγαζί σας (πού καταντήσαμε: να ρωτάμε αν ισχύει ακόμα η τήρηση του νόμου...), και μου είπε πως "όχι, καπνίζουνε", και πως υπάρχει "ένας χώρος που δεν έχει τασάκια", τα γνωστά δηλαδή κακόγουστα ανέκδοτα. Έτσι, ακύρωσα την κράτηση. Και ούτε πρόκειται να ξαναέρθω στο μαγαζί σας, γι' αυτόν και μόνο το λόγο, εκτός κι αν με ειδοποιήσετε ότι η απαγόρευση του καπνίσματος ξαναϊσχύει στο μαγαζί σας. Κρίμα, γιατί μ' αρέσουν τα προγράμματά σας. Μείνετε όμως με τους καπνιστές πελάτες σας, που προφανώς είναι περισσότεροι, και άρα αυτό και μόνο μετράει για σας, παρά τα παράπονα που σίγουρα κάνετε κι εσείς, είμαι σίγουρος, στην καθημερινή σας ζωή, ότι "αυτός ο τόπος δεν πάει μπροστά με τίποτα". Γενικά, μείνετε εκεί που είστε...
Θα μου πεις, "χέστηκ' η φοράδα στ' αλώνι". Δεν πειράζει! Ας χέστηκε! Ίσως αν αρχίσουν οι διαφωνούντες να εκδηλώνονται, κι όχι να χάνονται στην ανωνυμία, κάτι ν' αλλάξει.
Ετικέτες
Κάπνισμα
Τρίτη, Οκτώβριος 27, 2009
Διονύσιος Χαραλάμπους, Μάρτυρες. Διωγμοί 1942-1945
Ο ιεροηγούμενος Διονύσιος συλλαμβάνεται το καλοκαίρι του 1942 για υπόθαλψη Βρετανού στρατιώτη στη Μυτιλήνη, όπου η μονή Λειμώνος της οποίας καθηγούνταν, και καταδικάζεται από γερμανικό στρατοδικείο σε 10ετή κάθειρξη, μαζί με άλλους Μυτιληνιούς. Το Νοέμβρη του 1942 μεταφέρονται στο στρατόπεδο Παύλου Μελά της Θεσσαλονίκης, όπου γίνονται μάρτυρες της αποστολής των Εβραίων της πόλης στα στρατόπεδα θανάτου της Πολωνίας και της Γερμανίας, το 1943. Την άνοιξη του 1944, στέλνεται και ο ίδιος, μαζί με τους άλλους, προς την Αυστρία, σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, καθώς αρνήθηκε να εξαιρεθεί, όπως θα μπορούσε χάρη στις ενέργειες του αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης.
Στις 6 Απριλίου 1945 γίνεται αιματηρή επέμβαση των ΕςΕς στο στρατόπεδο όπου βρισκόταν, όταν, μπροστά στην επερχόμενη άφιξη των Σοβιετικών, το συμβούλιο της αυστριακού στρατοπέδου αποφάσισε να αφήσει ελεύθερους τους κρατουμένους να φύγουν προς όποια κατεύθυνση ήθελαν, πράγμα που προκάλεσε τη μήνι των αυθεντικών ναζιστών κι έτσι επενέβησαν, εκτελώντας μάλιστα και το διευθυντή του στρατοπέδου.
Ο Διονύσιος γλιτώνει από το μακελιό και μεταφέρεται στη φλεγόμενη Γερμανία, όπου παραμένει μαζί με δεκάδες άλλους μέσα σε μια παράγκα της Βαβαρίας, παρακολουθώντας ακουστικά από μέσα τις μάχες Γερμανών και Αμερικανών έξω, ώσπου απελευθερώνονται από τους Αμερικανούς στις 3-5 Μαΐου 1945.
Καλογραμμένη μαρτυρία, σε απλοελληνική, με χιούμορ και με τη χαρακτηριστική χριστιανική πινελιά, που διανθίζει το κείμενο με βιβλικές και άλλες χριστιανικές και υμνογραφικές ρήσεις και που ευχαριστεί το Θεό γιατί σώθηκε, χωρίς να προβληματίζεται που άλλοι δεν σώθηκαν, καθότι "άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου".
Πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δαμασκός το 1949 και η έκδοση που διάβασα εγώ είναι η 6η, από την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βυτουμά Καλαμπάκας.
Ο συγγραφέας έγινε μητροπολίτης Λήμνου το 1951 και από το 1959 ως το θάνατό του το 1970 μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών. Μεταξύ άλλων συνέγραψε το εξαιρετικά ενδιαφέρον ανθολόγιο "Ανατολικός Ορθόδοξος Μοναχισμός κατά τα Πατερικά κείμενα", σε δύο τόμους (1968), με αυθεντικά αποσπάσματα γύρω από το θέμα, σε πρωτότυπο κείμενο και μετάφραση (επανέκδοση από την Ιερά Μονή Παντοκράτορος Σωτήρος Χριστού, Κέρκυρα 2003).
Κομμάτια που υπογράμμισα
Μου βγάζουν το ράσο. Ύστερα και το αντερί. Με αφήνουν με τα ματωμένα εσώρρουχα. Με δέρνουν, με κοροϊδεύουν, με βρίζουν. Ό,τι κακό έχουν ακούσει για έναν οποιονδήποτε κληρικό, μου το φορτώνουν επάνω μου. "Κάνεις αυτό... κάνεις εκείνο...". Χείμαρρος οι αισχρολογίες που με κατακλύζουν. (σ. 43)
Ύστερα πάλι μόνος, στο θεοσκότεινο μπουντρούμι. "Ουαί τώι ενί". (σ. 43)
-Προσευχή! τους λέω. "Προσευχή τώι μεν Ιωνάι το κήτος οίκον εποίησεν, τον δε Εζεκίαν εκ των πυλών του θανάτου προς ζωήν επανήγαγε, τοις δε τρισί νέοις εις πνεύμα δροσώδες την φλόγα έτρεψε". (σ. 44)
--Τεός, ντεν έκει Τεός! Να Τεός! Και μου δείχνει το κάδρο του Χίτλερ. Μ' όλο μου τον πόνο δεν βάσταξα κι εγώ:
--Θεός υπάρχει, του λέω, και θα 'ρθη η ώρα που θα ζητήσετε το έλεός Του. (σ. 46)
Πάω να του μιλήσω [του Διοικητή της Γκεστάπο] και γυρίζει το πρόσωπό του αλλού. --Δε θέλει, λέει ο ...κ. Λόχνερ [ο διερμηνέας] γελώντας σαρκαστικά, να τον κοιτάζης όταν του μιλάς, μην πετούν τα σάλια σου τα βρώμικα επάνω του. (σ. 46)
Κάνω κι εγώ το ίδιο, και γράφω [στον τοίχο του κελιού]: "Τον αθλητήν το στάδιον, τον κυβερνήτην ο χειμών, τον στρατηγόν η παράταξις, τον μεγαλόψυχον η συμφορά, τον δε Χριστιανόν ο πειρασμός δοκιμάζει". (σ. 48)
Πίσω ο Άθως με το γιγάντιο ανάστημά του. "Διάδημα αδαμάντινον την κορφήν σου στέφει. Ασπάσεται η θάλασσα τις άκρες των ποδών σου". Έχουν και οι κατάδικοι αναμνήσεις. (σ. 64)
Δυο κόσμοι. Ο κόσμος που "χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά κλαιόντων". Κι ο κόσμος που έχει ως αρχή του: "Εγώ ας είμαι καλά και δεν με μέλει για κανέναν άλλο". (σ. 64)
Μήπως έτσι αγνώριστη δεν γίνεται και η αμαρτωλή ψυχή, όταν δεχθή τη ζωογόνα πνοή του Χριστού; (σ. 65)
Χθες, κάποιοι έφαγαν μανταρίνια, και τις φλούδες τις πέταξαν στα ουρητήρια. Ένας τις άρπαξε στη στιγμή, τις έπλυνε λίγο στη βρύση και τις έφαγε! (σ. 65)
"Μιμνήσκεσθε των δεσμίων ως συνδεδεμένοι" (σ. 66)
Στο 'να χέρι βαστούσαν αλυσίδες, στ' άλλο το όπλο -- ο Θεός τους. (σ. 67)
--Διώχνουν τους Εβραίους, μας λέει σιγά. (...) Κακόμοιροι Εβραίοι! Θα γράψετε καινούργια "Έξοδο". Τι αντίθετη όμως απ' την πρώτη! Εκείνη ήταν πορεία προς την ελπίδα. Από τη γη της μαύρης σκλαβιάς προς τη Γη της Επαγγελίας. Τώρα; Πορεία προς τον Γολγοθά... (σ. 67)
...το μυστήριο του Μεγάλου Πονεμένου [το Θείο Δράμα] (σ. 69)
Μήπως δεν κάναμε ό,τι έπρεπε για να κυλήσωμε απ' τις ψυχές μας το βράχο της αμαρτίας, κι εξακολουθεί να μένη νεκρός ο Χριστός από κάτω; (σ. 70)
Με πολλά τρεχάματα και μέσα, και, κυρίως, πληρώσας δώρων την δεξιάν αυτών, πέτυχε και ο Ανδρέας να πάρη αναστολή. (σ. 75)
Δόξα να 'χη ο καλός Θεός, που, κάθε λίγο και λιγάκι, κοντά στις πίκρες μάς στέλνει και χαρές. Σήκωσε πια τα χέρια η Ιταλία. Συνθηκολόγησε άνευ όρων. Οι Ιταλοί συλλαμβάνονται από τους συμμάχους των. Αφοπλίζονται και κλείνονται σε στρατόπεδα. (σ. 75)
"Καπνός ήν και διελύθη. Πομφόλυγες ήσαν και διερράγησαν. Αράχνη ήν και διεσπάσθη". (σ. 76)
Πάλι κλούβες και πέταλα. Αυτή τη φορά όμως δεν παίρνουν. Φέρνουν. Κουβαλούν τους χρηματιστές "συν γυναιξί και τέκνοις". Δεν ξέρω τι κόλπα λένε πως έκαναν στο Χρηματιστήριο για να ανεβάζουν τη λίρα. (σ. 79)
Β...Δ. και Β...Α. πατέρας και γιος. Μα οι άνθρωποι με την πέτρινη καρδιά αρνήθηκαν την ύστατη χάρι που ζήτησε ο πατέρας: Να τους δέσουν μαζί για να μαρτυρήσουν τουλάχιστον ενωμένοι. (σ. 91)
Εξήντα και εβδομήντα άνθρωποι έχουν μια μόνο βούτα --φορητό αποχωρητήριο,-- και σε λίγο γεμίζει. Ύστερα, χάμω στο πάτωμα! (σ. 93)
"Πιστός ο Θεός, ος ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ό δύνασθε, αλλά ποιήσει συν τώι πειρασμώι και την έκβασιν τού δύνασθαι υμάς υπενεγκείν". (σ. 94)
Άλλο πάλι και τούτο. Ανακριτής, δικαστής κι εκτελεστής. (σ. 95)
Ένας άνθρωπος με σαγόνια στραβωμένα, δόντια βγαλμένα, χείλη σχισμένα, μύτη στραπατσαρισμένη, μάτια κλεισμένα απ' τις γροθιές, πρόσωπο μελανιασμένο και κεφάλι καταματωμένο. Μισοσκοτωμένος ή μάλλον σκοτωμένος. Νεκρός άταφος. (σ. 96)
Να τους εγκαταλείψω σε τούτες τις φοβερές ώρες; Και τι θα πουν μόλις ιδούν πως εγώ ξεφεύγω από τον κοινό δρόμο του μαρτυρίου; Αν σταθή κανείς μπροστά μου και με ρωτήση: "Ε, πάτερ, πού τα φόρτωσες όλ' αυτά που μας έλεγες κάθε Κυριακή για αγάπη και γι' αυτοθυσία", εγώ τι θα του αποκριθώ; (σ. 100)
Την νύχτα την περνώ γράφοντας ευχαριστήρια γράμματα. Πρώτα στους ιεροκήρυκες της Αδελφότητος της "Ζωής". Γιατί πρώτοι αυτοί αψήφησαν τους κινδύνους, και μας ήρθαν κοντά μας και δημιούργησαν αυτή την χριστιανική κίνησι, που τόσο ανεκούφισε τους φτωχούς τους Στρατοπέδου. (σ. 102)
Εδώ λήγει η βασιλεία του δραγουμάνου. Δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τον δυστυχή στο θρόνο του, ούτε το δακτυλίδι που χάρισε στον αρχιγκεσταπίτη, ούτε οι... πολύτιμες υπηρεσίες του. Τον πήρε σβάρνα κι αυτόν η δική μας η τύχη και τον έκανε κατάδικο και μάλιστα ισοβίτη. (σ. 107)
Δεν καταλαβαίνουν [μερικοί απ' τους δικούς μας] πως αυτό [το να του κόψουν μαλλιά και γένια, ίσως και να του βγάλουν τα ράσα] είναι τιμή μάλλον παρά ύβρις για την Εκκλησία μας. Και τιμή μεγάλη μάλιστα. Να παίρνη κι αυτή πάντα μέρος στο σήκωμα του σταυρού της Πατρίδος. Και να μη λείπη ποτέ από το πλευρό των δοκιμαζόμενων παιδιών της. (σ. 108)
[Δύο κατάδικοι γράφονται άρρωστοι, για ν' αποφύγουν τη δουλειά. Το μεσημέρι, οι καραβάνες είναι λιγότερες κατά δύο] --Σωστές είναι οι καραβάνες, μεταφράζει ο δραγουμάνος. Στους αρρώστους απαγόρευσε ο γιατρός το φαγητό. (σ. 114)
Εγώ έπαθα, αν μπορή να πη κανείς τη λέξι για την περίπτωσί μου, ψύχωσι με το Ευαγγέλιο. Ποτέ δεν πέφτει απ' τα χέρια μου. Δεν το χορταίνω. Όσο το διαβάζω, τόσο και περισσότερο τ' αγαπώ. Χρυσωρυχείο! Όσο πιο βαθιά σκάβεις, τόσο και περισσότερο χρυσάφι βρίσκεις. (σ. 116)
Έτσι αλυσοδεμένους μας οδηγούν στο σταθμό. Περνούμε απ' την αγορά. Ο κόσμος παρακολουθεί με περιέργεια. Αυτό θα 'ναι, λέω, πιο πολύ για μένα, που θα τους παραξενεύη το ιερατικό μου σχήμα. Από συνοδείες θα έχη χορτάσει το μάτι τους, αφού όλη τους η χώρα έχει μεταβληθή σε απέραντο κάτεργο. (σ. 117)
Μας λέει και νέα. Απόβασι στη Νορμανδία. Επιτυχίες μεγάλες των Συμμάχων στη Δύσι και στην Ανατολή. (σ. 119)
Μας μετρούν το ανάστημα. Μας ζυγίζουν, --στη Βιέννη 66 κιλά γυμνός, σήμερα, με τα ρούχα και την τσοκαρία, 51. Μας παίρνουν στοιχεία της ιδιωτικής μας ζωής και μας διαβάζουν τον κανονισμό. Ζητούν τυφλή υπακοή, γιατί, διαφορετικά, έχει και στρατόπεδο S.S. (σ. 124)
Ο φύλακας, όπως μας είπαν σήμερα στον περίπατο, έχει τραυματισθή στην Κρήτη και είναι φοβερά μισέλληνας. Δέρνει, κλωτσά και χτυπά άσχημα τους δικούς μας.
Μας δίνουν και δουλειά. Καμουφλάζ. Σ' ένα χορταρένιο σχοινί περνούμε, κάθε δυο δάχτυλα απόστασι, κι ένα φύλλο καλαμποκιού. Ο καθένας μας πρέπει να βγάλη 74 ως 100 μέτρα, κι έτσι αγωνιζόμαστε όλη την ημέρα. (σ. 125)
--Κίρχε! φωνάζει ο καθαριστής (...) Παρακολουθούμε ευλαβικά την καθολική λειτουργία. (σ. 126) [Σ.σ.: εδώ θα τον μεμφθούν οι αντιοικουμενιστές μας, ότι παρακολούθησε με ευλάβεια Καθολική Λειτουργία...]
Οι χριστιανικές αρετές της ευποιίας και κοινωνίας είναι, φαίνεται, άγνωστα πράγματα για τον ψυχρό τούτον κόσμο. Τις έκαψε και τις ξέρανε ο καταραμένος λίβας του ναζισμού. (σ. 127)
"Πόθεν πόλεμοι και μάχαι εν υμίν; ουκ εντεύθεν, εκ των ηδονών υμών των στρατευομένων εν τοις μέλεσιν υμών;" (σ. 128)
Μα δε μπορεί, θα 'ρθη η ευλογημένη μέρα, που, εδώ και τόσους αιώνες, την προείπεν ο Ησαΐας, και που οι άνθρωποι "κατακόψουσι τας ρομφαίας αυτών εις άροτρα και τα δόρατα αυτών εις δρέπανον, και ουκέτι μη αντάρηι έθνος επί έθνος ρομφαίαν, και ουκέτι μη μάθωσι πολεμείν. Και αναπαύσεται έκαστος υποκάτω της αμπέλου αυτού, και έκαστος υποκάτω συκής αυτού, και ουκ έσται ο εκφοβών" (σ. 128)
Ένας μόνο δεν μένει ασυγκίνητος στον πόνο μας. Αυτός μόνο μάς προσέχει εδώ. Και σ' Αυτόν καταφεύγουμε σε τέτοιες στιγμές. Αυτός απλώνει στοργικά επάνω μας το θεϊκό Του χέρι, μας χαϊδεύει, μας σφουγγίζει τα δάκρυα, μας γλυκαίνει τον πόνο, και, πολλές φορές, τον εξαλείφει ολότελα. Και το είδα σήμερα τούτο, ολοφάνερα. Όταν ήρθε το πρωί ο φύλακας να με πάρη στη δουλειά, ήμουνα καλά. (σ. 133)
Δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα και πέθαναν εδώ μέσα, στα ξένα, χωρίς περιποίησι, χωρίς περίθαλψι. Χωρίς εξομολόγησι και αγία Κοινωνία. Και τους θάβουν έτσι άφτιαχτους κι άκλαυτους κι αδιάβαστους. Και πεθαίνουν τώρα, στη χαραυγή του λυτρωμού! Τι κρίμα! Αλλά πάλι, "κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα σωτήρ μου"! (σ. 139)
Δευτέρα: Το πρωινό είναι πάντα το ίδιο και το ξέρεις:
Μέλας ζωμός από καβουρδισμένα βαλανίδια. Το μεσημέρι, πέντε-έξι κομμάτια καρότα μέσα σ' έναν πολύ αραιό χυλό από καστανάλευρο. Και το βράδυ το ίδιο πάντα: 4-5 βραστές πατάτες ίσαμε καρύδια, μ' ένα κατσαρόλι βρασμένο νερό, --σούπα. Πότε-πότε, οι πατάτες, δεν ξέρω με ποιες ταχυδακτυλουργίες των μαγείρων και των καθαριστών, από πέντε γίνονται τρεις.
Τρίτη: Αραιός χυλός με καστανάλευρο, με 2-3 πρέζες γάλα μέσα, για μυρωδιά.
Τετάρτη: Λιωμένη κολοκύθα, που μήτε τα γουρούνια δεν την πιάνουν στο στόμα τους.
Πέμπτη: Το φαγητό της Δευτέρας, και μέσ' στη σούπα ένα ελάχιστο κομματάκι κρέας.
Παρασκευή: Ακριβής και πιστή επανάλειψι του μενού της Τρίτης.
Σάββατο: Χυλός από σκουποσποράλευρο.
Κυριακή: Της Τετάρτης, με το κρεατάκι της Πέμπτης. Κυριακή και Σάββατο βράδυ, για να μην ανησυχούν οι κύριοι φύλακες, ξηροφαγία. Λίγο τυρί, που, όπως λέει κι ο μπαρμπα-Στέλιος, πήγαν στο ζωολογικό κήπο και το 'ριξαν στις μαϊμούδες, αυτές όμως μόλις το μυρίστηκαν γύρισαν, κοίταξαν θυμωμένες και το πέταξαν.
Το ψωμί! Αυτό δα κι αν είναι. 200 γραμμάρια το εικοσιτετράωρο, και δεν έχει το ευλογημένο διόλου σιτάρι. Τα 50%, κατά που λεν αυτοί που δουλεύουν στον φούρνο, είναι αγριοκαστανάλευρο. Τα 30% πατατάλευρο, 2% ξυλάλευρο και τ' άλλα 18% σικαλάλευρο. Γι' αυτό, κι όταν το τρώτε δεν καταλαβαίνετε τίποτε. Φέρνει και λίγον κοιλόπονο. Εξασφαλίζεις λοιπόν πάχυνσι 100% ή όχι; (σ. 140-141)
[Τι έγινε] Η ειρήνη αυτή, η τήι δικαιοσύνηι και ευσεβείαι σεμνυνομένη; (σ. 143)
Όταν ακούση αυτός ο άνθρωπος γκρίχεν, δαιμονίζεται. (σ. 146)
Άλλη πάλι τούτη η ένδειξι αγάπης και προστασίας του Θεού. Στο πρόσωπο ενός Γερμανού. Είναι ένας αγριάνθρωπος που όλη την ώρα μαλώνει και δέρνει. Είναι και άθεος, και δεν έχει καμμιά ευλάβεια προς την Εκκλησία. Αυτό το θηρίο στέλνει ο Θεός και με βοηθά. (σ. 148)
Εδώ και μερικές μέρες [Σ.σ.: 5 Μαρτίου 1945] παρατηρείται κάποιο ξεχαρβάλωμα στη δουλειά και μεγάλη στενότητα στα τρόφιμα. Εκτός απ' τις δυο μέρες τη βδομάδα, που δε δουλεύουμε, γιατί σταματά από έλλειψι κάρβουνων το εργοστάσιο του ηλεκτρισμού, είναι αδύνατο, μια και δυο φορές κάποτε την ημέρα, να μη σταματήση η δουλειά γιατί κόβεται το ρεύμα. (σ. 149)
Σκελετοί είμαστε. Απαράλλακτοι μ' εκείνους που μεταχειρίζονται στα σχολεία για το μάθημα της ανθρωπολογίας. (σ. 151)
Τα βλέπω [τα κάτασπρα πουλιά των Αγγλοαμερικάνων] να εφορμούν, όπως τα γεράκια. Αρχίζει το κακό. Οι βόμβες πέφτουν σαν χαλάζι. (...) Η καρδιά χτυπά δυνατά. Θυμούμαστε τους καταδίκους της φυλακής του Γκράτσι, τους καταδίκους της φυλακής της Βιέννης που θάφτηκαν κάτω απ' τα ερείπια, στους βομβαρδισμούς. (σ. 153)
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από κόσμο σαστισμένο, κόσμο ξετρελαμένο από τον τρόμο. Άντρες σακατεμένοι και γέροντες. Γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά, κρατώντας μπογαλάκια. Στρατιώτες κατατρομαγμένοι κυριολεκτικά. Χωρίς εξάρτυσι και οπλισμό. Αξιωματικοί στραπατσαρισμένοι. Χωρίς πιστόλια κι αυτοί. Φορτωμένοι με γυλιό. Όλοι τραβούν για μέσα. Αυτονών η υποχώρησι είναι χιλιάδες φορές χειρότερη απ' τη δική μας, του 1941.
[6 Απριλίου 1945] Τις συγκινητικές τούτες σκηνές τις παρακολουθούν με κάποια σαστιμάρα ο Διευθυντής με τον Υποδιευθυντή, κι όλοι σχεδόν οι φύλακες. Αυτά τα αιμοβόρα θηρία, ως δια μαγείας, έχουν μεταβληθή σε άκακα αρνία. Μας χαρίζουν πλούσια μειδιάματα, ανταλλάσσουν χειραψίες μαζί μας. Μας δίνουν κι ευχές ακόμα. Κι εμείς --η χαρά της λευτεριάς μάς κάνει τόσο μεγαλόψυχους-- λησμονούμε όλα τα κακά που μας έκαναν. Τους χαιρετούν γελαστοί ως και οι πιο μνησίκακοι και εκδικητικοί. (σ. 159)
--Ο Διευθυντής, μου απαντά, πήρε διαταγή να μας μεταφέρη στη Βαυαρία. Παρ' όλες όμως τις προσπάθειές του δεν μπόρεσε να βρη μεταφορικά μέσα. Όλα μεταφέρουν τον στρατό που υποχωρεί. Τότε εκάλεσε τον Διοικητή, που είναι άνθρωπος του κόμματος, και τους άλλους μεγάλους, σε σύσκεψι. Κι' ύστερα από πολλές συζητήσεις κατέληξαν στην απόφασι να μας απολύσουν. Αυτό μου το 'πε ο ίδιος ο Διευθυντής που τον είδα μια στιγμή. Μου φάνηκε κάπως παράξενο και του είπα μάλιστα: "Καλά τους εντόπιους, μα πού θα πάη τόσος ξένος κόσμος, χωρίς γλώσσα, χωρίς χρήματα και τρόφιμα;" Κι αυτός μού απάντησε: "Όπου θα πάω κι εγώ. Οι Ρώσοι είν' απ' έξω. Όπου να 'ναι θα μπουν κι εδώ. Άλλωστε δεν έχουμε και τρόφιμα. Θα τους απολύσωμε· είναι απόφασι του συμβουλίου". Αυτό κι έγινε. Τούτο όμως δυσαρέστησε τους φύλακες του κόμματος, οι οποίοι ειδοποίησαν τους S.S. κι αυτοί, που ζητούσαν αφορμή, έτρεξαν κι έκαναν ό,τι έκαναν. (σ. 163)
Εγώ [Σ.σ.: όχι ο συγγραφέας], δεν ξέρω πώς, έπεσα χωρίς να χτυπηθώ. Τυχερός στάθηκα και στη χαριστική. Όταν ξεμάκρυναν τα S.S., ήρθαν οι Ιταλοί εργάτες, και μάζευαν τους νεκρούς. Μόλις ένιωσα πως βρίσκονταν κοντά μου, θέλοντας και μη, σηκώθηκα. Τα S.S. είχαν φύγει. "Γρήγορα", μου λεν οι Ιταλοί, "κάνε πως δουλεύεις". Παρατήρησα τότε πως κι άλλοι τρεις είχαν τη δική μου τύχη. Ο Καραγεωργίου, ο Θοδωρής κι ο Πάντος. Όταν όμως τα S.S. ξανάφεραν άλλη παρτίδα για εκτέλεσι, επειδή ο Θοδωρής κι ο Πάντος φορούσαν ακόμη τα "τρελά", τους γνώρισαν και τους εξετέλεσαν μ' αυτούς που είχαν φέρει. Έμεινα εγώ με τον Καραγεωργίου και με τους Ιταλούς, και στοιβάζαμε τους σκοτωμένους. (σ. 165-166)
"Ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλιπές με; Περιέσχον με ωδίνες θανάτου, κίνδυνοι άιδου εύροσάν με. Ιδού οι αμαρτωλοί ενέτειναν τόξον, ητοίμασαν βέλη εις φαρέτραν τού κατατοξεύσαι με. Αι θλίψεις της καρδίας μου επληθύνθησαν. Η καρδία μου εταράχθη, εγκατέλιπέ με η ισχύς μου, και το φως των οφθαλμών μου και αυτό ουκ έστι μετ' εμού. Προς Σε, Κύριε, ήρα την ψυχήν μου, ο Θεός επί Σοί πέποιθα. Σώσον με εκ πάντων των καταδιωκόντων με και ρύσαι με". (σ. 167)
Στην αστυνομία που πήγαμε μάς κρατούν 10 ως 15 λεπτά γονατιστούς. Γύρω μας ήσαν κάτι μωρά, ίσαμε δεκατεσσάρων χρονών, με πιστόλια στα χέρια. (σ. 170)
(...) και η ψυχή μας να βαπτίζεται στη νεκρή θάλασσα του μίσους και της απονιάς. (σ. 174)
Το βράδυ είχε ξεκαρδιστή στα γέλια καθώς έβλεπε τους καταδίκους να αλληλομαχούν και να κουβαριάζωνται, προσπαθώντας ν' αρπάξουν μέσ' από τη λάσπη και τις ακαθαρσίες τις λίγες πατάτες που τους πετούσε. (σ. 175)
Λεξιλόγιο
υφηγούμενος (μοναστηριού)
κούλα (; ο Βρετανός στρατιώτης είχε περάσει κι απ' την κούλα κάποιου άλλου, που κι αυτός όμως δεν τον έκρυψε)
γερμανοκρατούμενοι (κρατούμενοι των Γερμανών)
διαλαλήματα του πορτάρη
δεν ξαδειάζει (η κοινωνία να ασχοληθεί με...)
λιόλουτρο
ξεκούρασμα
τσούλι
παγωτήρι
"πεταλάδες" (οι άνθρωποι που έρχονταν μονάχα για να τους κάνουν κακό)
φάρκα (φίσκα;)
κατηχητόπουλο
μαμμωνολατρικός
λαφροποινίτης
κοντόρασο
παστωμένοι (σαρδελοποιημένοι)
ανακουφωμένα (τα παραθυρόφυλλα)
"νυχτοφαγιές" (εκτελέσεις τη νύχτα)
περιμανδρωμένη
δεκαρίτης / δεκαπενταρίτης (με 10 / 15 χρόνια ποινή)
φαγκρίζω (έχω φέξει από τη λίμα)
τσοκαρία
φιλιστρίνι
σκουπαντζής (κατάδικος που φτιάχνει σκούπες)
ανθρωπάλογο (κατάδικος ζεμένος σαν άλογο που τραβά κάρο)
τσοκαροπέταλο (του ανθρωπάλογου)
κρυφοδαγκανιάρικο σκυλί
σκουποσποράλευρο
παγωνιέρα
"τα τρελά" (τα ρούχα των κρατουμένων με τις ρίγες)
σλέπι (μαούνα - Schlepper)
Στις 6 Απριλίου 1945 γίνεται αιματηρή επέμβαση των ΕςΕς στο στρατόπεδο όπου βρισκόταν, όταν, μπροστά στην επερχόμενη άφιξη των Σοβιετικών, το συμβούλιο της αυστριακού στρατοπέδου αποφάσισε να αφήσει ελεύθερους τους κρατουμένους να φύγουν προς όποια κατεύθυνση ήθελαν, πράγμα που προκάλεσε τη μήνι των αυθεντικών ναζιστών κι έτσι επενέβησαν, εκτελώντας μάλιστα και το διευθυντή του στρατοπέδου.
Ο Διονύσιος γλιτώνει από το μακελιό και μεταφέρεται στη φλεγόμενη Γερμανία, όπου παραμένει μαζί με δεκάδες άλλους μέσα σε μια παράγκα της Βαβαρίας, παρακολουθώντας ακουστικά από μέσα τις μάχες Γερμανών και Αμερικανών έξω, ώσπου απελευθερώνονται από τους Αμερικανούς στις 3-5 Μαΐου 1945.
Καλογραμμένη μαρτυρία, σε απλοελληνική, με χιούμορ και με τη χαρακτηριστική χριστιανική πινελιά, που διανθίζει το κείμενο με βιβλικές και άλλες χριστιανικές και υμνογραφικές ρήσεις και που ευχαριστεί το Θεό γιατί σώθηκε, χωρίς να προβληματίζεται που άλλοι δεν σώθηκαν, καθότι "άγνωστοι αι βουλαί του Κυρίου".
Πρωτοκυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δαμασκός το 1949 και η έκδοση που διάβασα εγώ είναι η 6η, από την Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βυτουμά Καλαμπάκας.
Ο συγγραφέας έγινε μητροπολίτης Λήμνου το 1951 και από το 1959 ως το θάνατό του το 1970 μητροπολίτης Τρίκκης και Σταγών. Μεταξύ άλλων συνέγραψε το εξαιρετικά ενδιαφέρον ανθολόγιο "Ανατολικός Ορθόδοξος Μοναχισμός κατά τα Πατερικά κείμενα", σε δύο τόμους (1968), με αυθεντικά αποσπάσματα γύρω από το θέμα, σε πρωτότυπο κείμενο και μετάφραση (επανέκδοση από την Ιερά Μονή Παντοκράτορος Σωτήρος Χριστού, Κέρκυρα 2003).
Κομμάτια που υπογράμμισα
Μου βγάζουν το ράσο. Ύστερα και το αντερί. Με αφήνουν με τα ματωμένα εσώρρουχα. Με δέρνουν, με κοροϊδεύουν, με βρίζουν. Ό,τι κακό έχουν ακούσει για έναν οποιονδήποτε κληρικό, μου το φορτώνουν επάνω μου. "Κάνεις αυτό... κάνεις εκείνο...". Χείμαρρος οι αισχρολογίες που με κατακλύζουν. (σ. 43)
Ύστερα πάλι μόνος, στο θεοσκότεινο μπουντρούμι. "Ουαί τώι ενί". (σ. 43)
-Προσευχή! τους λέω. "Προσευχή τώι μεν Ιωνάι το κήτος οίκον εποίησεν, τον δε Εζεκίαν εκ των πυλών του θανάτου προς ζωήν επανήγαγε, τοις δε τρισί νέοις εις πνεύμα δροσώδες την φλόγα έτρεψε". (σ. 44)
--Τεός, ντεν έκει Τεός! Να Τεός! Και μου δείχνει το κάδρο του Χίτλερ. Μ' όλο μου τον πόνο δεν βάσταξα κι εγώ:
--Θεός υπάρχει, του λέω, και θα 'ρθη η ώρα που θα ζητήσετε το έλεός Του. (σ. 46)
Πάω να του μιλήσω [του Διοικητή της Γκεστάπο] και γυρίζει το πρόσωπό του αλλού. --Δε θέλει, λέει ο ...κ. Λόχνερ [ο διερμηνέας] γελώντας σαρκαστικά, να τον κοιτάζης όταν του μιλάς, μην πετούν τα σάλια σου τα βρώμικα επάνω του. (σ. 46)
Κάνω κι εγώ το ίδιο, και γράφω [στον τοίχο του κελιού]: "Τον αθλητήν το στάδιον, τον κυβερνήτην ο χειμών, τον στρατηγόν η παράταξις, τον μεγαλόψυχον η συμφορά, τον δε Χριστιανόν ο πειρασμός δοκιμάζει". (σ. 48)
Πίσω ο Άθως με το γιγάντιο ανάστημά του. "Διάδημα αδαμάντινον την κορφήν σου στέφει. Ασπάσεται η θάλασσα τις άκρες των ποδών σου". Έχουν και οι κατάδικοι αναμνήσεις. (σ. 64)
Δυο κόσμοι. Ο κόσμος που "χαίρει μετά χαιρόντων και κλαίει μετά κλαιόντων". Κι ο κόσμος που έχει ως αρχή του: "Εγώ ας είμαι καλά και δεν με μέλει για κανέναν άλλο". (σ. 64)
Μήπως έτσι αγνώριστη δεν γίνεται και η αμαρτωλή ψυχή, όταν δεχθή τη ζωογόνα πνοή του Χριστού; (σ. 65)
Χθες, κάποιοι έφαγαν μανταρίνια, και τις φλούδες τις πέταξαν στα ουρητήρια. Ένας τις άρπαξε στη στιγμή, τις έπλυνε λίγο στη βρύση και τις έφαγε! (σ. 65)
"Μιμνήσκεσθε των δεσμίων ως συνδεδεμένοι" (σ. 66)
Στο 'να χέρι βαστούσαν αλυσίδες, στ' άλλο το όπλο -- ο Θεός τους. (σ. 67)
--Διώχνουν τους Εβραίους, μας λέει σιγά. (...) Κακόμοιροι Εβραίοι! Θα γράψετε καινούργια "Έξοδο". Τι αντίθετη όμως απ' την πρώτη! Εκείνη ήταν πορεία προς την ελπίδα. Από τη γη της μαύρης σκλαβιάς προς τη Γη της Επαγγελίας. Τώρα; Πορεία προς τον Γολγοθά... (σ. 67)
...το μυστήριο του Μεγάλου Πονεμένου [το Θείο Δράμα] (σ. 69)
Μήπως δεν κάναμε ό,τι έπρεπε για να κυλήσωμε απ' τις ψυχές μας το βράχο της αμαρτίας, κι εξακολουθεί να μένη νεκρός ο Χριστός από κάτω; (σ. 70)
Με πολλά τρεχάματα και μέσα, και, κυρίως, πληρώσας δώρων την δεξιάν αυτών, πέτυχε και ο Ανδρέας να πάρη αναστολή. (σ. 75)
Δόξα να 'χη ο καλός Θεός, που, κάθε λίγο και λιγάκι, κοντά στις πίκρες μάς στέλνει και χαρές. Σήκωσε πια τα χέρια η Ιταλία. Συνθηκολόγησε άνευ όρων. Οι Ιταλοί συλλαμβάνονται από τους συμμάχους των. Αφοπλίζονται και κλείνονται σε στρατόπεδα. (σ. 75)
"Καπνός ήν και διελύθη. Πομφόλυγες ήσαν και διερράγησαν. Αράχνη ήν και διεσπάσθη". (σ. 76)
Πάλι κλούβες και πέταλα. Αυτή τη φορά όμως δεν παίρνουν. Φέρνουν. Κουβαλούν τους χρηματιστές "συν γυναιξί και τέκνοις". Δεν ξέρω τι κόλπα λένε πως έκαναν στο Χρηματιστήριο για να ανεβάζουν τη λίρα. (σ. 79)
Β...Δ. και Β...Α. πατέρας και γιος. Μα οι άνθρωποι με την πέτρινη καρδιά αρνήθηκαν την ύστατη χάρι που ζήτησε ο πατέρας: Να τους δέσουν μαζί για να μαρτυρήσουν τουλάχιστον ενωμένοι. (σ. 91)
Εξήντα και εβδομήντα άνθρωποι έχουν μια μόνο βούτα --φορητό αποχωρητήριο,-- και σε λίγο γεμίζει. Ύστερα, χάμω στο πάτωμα! (σ. 93)
"Πιστός ο Θεός, ος ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ό δύνασθε, αλλά ποιήσει συν τώι πειρασμώι και την έκβασιν τού δύνασθαι υμάς υπενεγκείν". (σ. 94)
Άλλο πάλι και τούτο. Ανακριτής, δικαστής κι εκτελεστής. (σ. 95)
Ένας άνθρωπος με σαγόνια στραβωμένα, δόντια βγαλμένα, χείλη σχισμένα, μύτη στραπατσαρισμένη, μάτια κλεισμένα απ' τις γροθιές, πρόσωπο μελανιασμένο και κεφάλι καταματωμένο. Μισοσκοτωμένος ή μάλλον σκοτωμένος. Νεκρός άταφος. (σ. 96)
Να τους εγκαταλείψω σε τούτες τις φοβερές ώρες; Και τι θα πουν μόλις ιδούν πως εγώ ξεφεύγω από τον κοινό δρόμο του μαρτυρίου; Αν σταθή κανείς μπροστά μου και με ρωτήση: "Ε, πάτερ, πού τα φόρτωσες όλ' αυτά που μας έλεγες κάθε Κυριακή για αγάπη και γι' αυτοθυσία", εγώ τι θα του αποκριθώ; (σ. 100)
Την νύχτα την περνώ γράφοντας ευχαριστήρια γράμματα. Πρώτα στους ιεροκήρυκες της Αδελφότητος της "Ζωής". Γιατί πρώτοι αυτοί αψήφησαν τους κινδύνους, και μας ήρθαν κοντά μας και δημιούργησαν αυτή την χριστιανική κίνησι, που τόσο ανεκούφισε τους φτωχούς τους Στρατοπέδου. (σ. 102)
Εδώ λήγει η βασιλεία του δραγουμάνου. Δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τον δυστυχή στο θρόνο του, ούτε το δακτυλίδι που χάρισε στον αρχιγκεσταπίτη, ούτε οι... πολύτιμες υπηρεσίες του. Τον πήρε σβάρνα κι αυτόν η δική μας η τύχη και τον έκανε κατάδικο και μάλιστα ισοβίτη. (σ. 107)
Δεν καταλαβαίνουν [μερικοί απ' τους δικούς μας] πως αυτό [το να του κόψουν μαλλιά και γένια, ίσως και να του βγάλουν τα ράσα] είναι τιμή μάλλον παρά ύβρις για την Εκκλησία μας. Και τιμή μεγάλη μάλιστα. Να παίρνη κι αυτή πάντα μέρος στο σήκωμα του σταυρού της Πατρίδος. Και να μη λείπη ποτέ από το πλευρό των δοκιμαζόμενων παιδιών της. (σ. 108)
[Δύο κατάδικοι γράφονται άρρωστοι, για ν' αποφύγουν τη δουλειά. Το μεσημέρι, οι καραβάνες είναι λιγότερες κατά δύο] --Σωστές είναι οι καραβάνες, μεταφράζει ο δραγουμάνος. Στους αρρώστους απαγόρευσε ο γιατρός το φαγητό. (σ. 114)
Εγώ έπαθα, αν μπορή να πη κανείς τη λέξι για την περίπτωσί μου, ψύχωσι με το Ευαγγέλιο. Ποτέ δεν πέφτει απ' τα χέρια μου. Δεν το χορταίνω. Όσο το διαβάζω, τόσο και περισσότερο τ' αγαπώ. Χρυσωρυχείο! Όσο πιο βαθιά σκάβεις, τόσο και περισσότερο χρυσάφι βρίσκεις. (σ. 116)
Έτσι αλυσοδεμένους μας οδηγούν στο σταθμό. Περνούμε απ' την αγορά. Ο κόσμος παρακολουθεί με περιέργεια. Αυτό θα 'ναι, λέω, πιο πολύ για μένα, που θα τους παραξενεύη το ιερατικό μου σχήμα. Από συνοδείες θα έχη χορτάσει το μάτι τους, αφού όλη τους η χώρα έχει μεταβληθή σε απέραντο κάτεργο. (σ. 117)
Μας λέει και νέα. Απόβασι στη Νορμανδία. Επιτυχίες μεγάλες των Συμμάχων στη Δύσι και στην Ανατολή. (σ. 119)
Μας μετρούν το ανάστημα. Μας ζυγίζουν, --στη Βιέννη 66 κιλά γυμνός, σήμερα, με τα ρούχα και την τσοκαρία, 51. Μας παίρνουν στοιχεία της ιδιωτικής μας ζωής και μας διαβάζουν τον κανονισμό. Ζητούν τυφλή υπακοή, γιατί, διαφορετικά, έχει και στρατόπεδο S.S. (σ. 124)
Ο φύλακας, όπως μας είπαν σήμερα στον περίπατο, έχει τραυματισθή στην Κρήτη και είναι φοβερά μισέλληνας. Δέρνει, κλωτσά και χτυπά άσχημα τους δικούς μας.
Μας δίνουν και δουλειά. Καμουφλάζ. Σ' ένα χορταρένιο σχοινί περνούμε, κάθε δυο δάχτυλα απόστασι, κι ένα φύλλο καλαμποκιού. Ο καθένας μας πρέπει να βγάλη 74 ως 100 μέτρα, κι έτσι αγωνιζόμαστε όλη την ημέρα. (σ. 125)
--Κίρχε! φωνάζει ο καθαριστής (...) Παρακολουθούμε ευλαβικά την καθολική λειτουργία. (σ. 126) [Σ.σ.: εδώ θα τον μεμφθούν οι αντιοικουμενιστές μας, ότι παρακολούθησε με ευλάβεια Καθολική Λειτουργία...]
Οι χριστιανικές αρετές της ευποιίας και κοινωνίας είναι, φαίνεται, άγνωστα πράγματα για τον ψυχρό τούτον κόσμο. Τις έκαψε και τις ξέρανε ο καταραμένος λίβας του ναζισμού. (σ. 127)
"Πόθεν πόλεμοι και μάχαι εν υμίν; ουκ εντεύθεν, εκ των ηδονών υμών των στρατευομένων εν τοις μέλεσιν υμών;" (σ. 128)
Μα δε μπορεί, θα 'ρθη η ευλογημένη μέρα, που, εδώ και τόσους αιώνες, την προείπεν ο Ησαΐας, και που οι άνθρωποι "κατακόψουσι τας ρομφαίας αυτών εις άροτρα και τα δόρατα αυτών εις δρέπανον, και ουκέτι μη αντάρηι έθνος επί έθνος ρομφαίαν, και ουκέτι μη μάθωσι πολεμείν. Και αναπαύσεται έκαστος υποκάτω της αμπέλου αυτού, και έκαστος υποκάτω συκής αυτού, και ουκ έσται ο εκφοβών" (σ. 128)
Ένας μόνο δεν μένει ασυγκίνητος στον πόνο μας. Αυτός μόνο μάς προσέχει εδώ. Και σ' Αυτόν καταφεύγουμε σε τέτοιες στιγμές. Αυτός απλώνει στοργικά επάνω μας το θεϊκό Του χέρι, μας χαϊδεύει, μας σφουγγίζει τα δάκρυα, μας γλυκαίνει τον πόνο, και, πολλές φορές, τον εξαλείφει ολότελα. Και το είδα σήμερα τούτο, ολοφάνερα. Όταν ήρθε το πρωί ο φύλακας να με πάρη στη δουλειά, ήμουνα καλά. (σ. 133)
Δεν μπόρεσαν να τα βγάλουν πέρα και πέθαναν εδώ μέσα, στα ξένα, χωρίς περιποίησι, χωρίς περίθαλψι. Χωρίς εξομολόγησι και αγία Κοινωνία. Και τους θάβουν έτσι άφτιαχτους κι άκλαυτους κι αδιάβαστους. Και πεθαίνουν τώρα, στη χαραυγή του λυτρωμού! Τι κρίμα! Αλλά πάλι, "κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα σωτήρ μου"! (σ. 139)
Δευτέρα: Το πρωινό είναι πάντα το ίδιο και το ξέρεις:
Μέλας ζωμός από καβουρδισμένα βαλανίδια. Το μεσημέρι, πέντε-έξι κομμάτια καρότα μέσα σ' έναν πολύ αραιό χυλό από καστανάλευρο. Και το βράδυ το ίδιο πάντα: 4-5 βραστές πατάτες ίσαμε καρύδια, μ' ένα κατσαρόλι βρασμένο νερό, --σούπα. Πότε-πότε, οι πατάτες, δεν ξέρω με ποιες ταχυδακτυλουργίες των μαγείρων και των καθαριστών, από πέντε γίνονται τρεις.
Τρίτη: Αραιός χυλός με καστανάλευρο, με 2-3 πρέζες γάλα μέσα, για μυρωδιά.
Τετάρτη: Λιωμένη κολοκύθα, που μήτε τα γουρούνια δεν την πιάνουν στο στόμα τους.
Πέμπτη: Το φαγητό της Δευτέρας, και μέσ' στη σούπα ένα ελάχιστο κομματάκι κρέας.
Παρασκευή: Ακριβής και πιστή επανάλειψι του μενού της Τρίτης.
Σάββατο: Χυλός από σκουποσποράλευρο.
Κυριακή: Της Τετάρτης, με το κρεατάκι της Πέμπτης. Κυριακή και Σάββατο βράδυ, για να μην ανησυχούν οι κύριοι φύλακες, ξηροφαγία. Λίγο τυρί, που, όπως λέει κι ο μπαρμπα-Στέλιος, πήγαν στο ζωολογικό κήπο και το 'ριξαν στις μαϊμούδες, αυτές όμως μόλις το μυρίστηκαν γύρισαν, κοίταξαν θυμωμένες και το πέταξαν.
Το ψωμί! Αυτό δα κι αν είναι. 200 γραμμάρια το εικοσιτετράωρο, και δεν έχει το ευλογημένο διόλου σιτάρι. Τα 50%, κατά που λεν αυτοί που δουλεύουν στον φούρνο, είναι αγριοκαστανάλευρο. Τα 30% πατατάλευρο, 2% ξυλάλευρο και τ' άλλα 18% σικαλάλευρο. Γι' αυτό, κι όταν το τρώτε δεν καταλαβαίνετε τίποτε. Φέρνει και λίγον κοιλόπονο. Εξασφαλίζεις λοιπόν πάχυνσι 100% ή όχι; (σ. 140-141)
[Τι έγινε] Η ειρήνη αυτή, η τήι δικαιοσύνηι και ευσεβείαι σεμνυνομένη; (σ. 143)
Όταν ακούση αυτός ο άνθρωπος γκρίχεν, δαιμονίζεται. (σ. 146)
Άλλη πάλι τούτη η ένδειξι αγάπης και προστασίας του Θεού. Στο πρόσωπο ενός Γερμανού. Είναι ένας αγριάνθρωπος που όλη την ώρα μαλώνει και δέρνει. Είναι και άθεος, και δεν έχει καμμιά ευλάβεια προς την Εκκλησία. Αυτό το θηρίο στέλνει ο Θεός και με βοηθά. (σ. 148)
Εδώ και μερικές μέρες [Σ.σ.: 5 Μαρτίου 1945] παρατηρείται κάποιο ξεχαρβάλωμα στη δουλειά και μεγάλη στενότητα στα τρόφιμα. Εκτός απ' τις δυο μέρες τη βδομάδα, που δε δουλεύουμε, γιατί σταματά από έλλειψι κάρβουνων το εργοστάσιο του ηλεκτρισμού, είναι αδύνατο, μια και δυο φορές κάποτε την ημέρα, να μη σταματήση η δουλειά γιατί κόβεται το ρεύμα. (σ. 149)
Σκελετοί είμαστε. Απαράλλακτοι μ' εκείνους που μεταχειρίζονται στα σχολεία για το μάθημα της ανθρωπολογίας. (σ. 151)
Τα βλέπω [τα κάτασπρα πουλιά των Αγγλοαμερικάνων] να εφορμούν, όπως τα γεράκια. Αρχίζει το κακό. Οι βόμβες πέφτουν σαν χαλάζι. (...) Η καρδιά χτυπά δυνατά. Θυμούμαστε τους καταδίκους της φυλακής του Γκράτσι, τους καταδίκους της φυλακής της Βιέννης που θάφτηκαν κάτω απ' τα ερείπια, στους βομβαρδισμούς. (σ. 153)
Οι δρόμοι είναι γεμάτοι από κόσμο σαστισμένο, κόσμο ξετρελαμένο από τον τρόμο. Άντρες σακατεμένοι και γέροντες. Γυναίκες με παιδιά στην αγκαλιά, κρατώντας μπογαλάκια. Στρατιώτες κατατρομαγμένοι κυριολεκτικά. Χωρίς εξάρτυσι και οπλισμό. Αξιωματικοί στραπατσαρισμένοι. Χωρίς πιστόλια κι αυτοί. Φορτωμένοι με γυλιό. Όλοι τραβούν για μέσα. Αυτονών η υποχώρησι είναι χιλιάδες φορές χειρότερη απ' τη δική μας, του 1941.
[6 Απριλίου 1945] Τις συγκινητικές τούτες σκηνές τις παρακολουθούν με κάποια σαστιμάρα ο Διευθυντής με τον Υποδιευθυντή, κι όλοι σχεδόν οι φύλακες. Αυτά τα αιμοβόρα θηρία, ως δια μαγείας, έχουν μεταβληθή σε άκακα αρνία. Μας χαρίζουν πλούσια μειδιάματα, ανταλλάσσουν χειραψίες μαζί μας. Μας δίνουν κι ευχές ακόμα. Κι εμείς --η χαρά της λευτεριάς μάς κάνει τόσο μεγαλόψυχους-- λησμονούμε όλα τα κακά που μας έκαναν. Τους χαιρετούν γελαστοί ως και οι πιο μνησίκακοι και εκδικητικοί. (σ. 159)
--Ο Διευθυντής, μου απαντά, πήρε διαταγή να μας μεταφέρη στη Βαυαρία. Παρ' όλες όμως τις προσπάθειές του δεν μπόρεσε να βρη μεταφορικά μέσα. Όλα μεταφέρουν τον στρατό που υποχωρεί. Τότε εκάλεσε τον Διοικητή, που είναι άνθρωπος του κόμματος, και τους άλλους μεγάλους, σε σύσκεψι. Κι' ύστερα από πολλές συζητήσεις κατέληξαν στην απόφασι να μας απολύσουν. Αυτό μου το 'πε ο ίδιος ο Διευθυντής που τον είδα μια στιγμή. Μου φάνηκε κάπως παράξενο και του είπα μάλιστα: "Καλά τους εντόπιους, μα πού θα πάη τόσος ξένος κόσμος, χωρίς γλώσσα, χωρίς χρήματα και τρόφιμα;" Κι αυτός μού απάντησε: "Όπου θα πάω κι εγώ. Οι Ρώσοι είν' απ' έξω. Όπου να 'ναι θα μπουν κι εδώ. Άλλωστε δεν έχουμε και τρόφιμα. Θα τους απολύσωμε· είναι απόφασι του συμβουλίου". Αυτό κι έγινε. Τούτο όμως δυσαρέστησε τους φύλακες του κόμματος, οι οποίοι ειδοποίησαν τους S.S. κι αυτοί, που ζητούσαν αφορμή, έτρεξαν κι έκαναν ό,τι έκαναν. (σ. 163)
Εγώ [Σ.σ.: όχι ο συγγραφέας], δεν ξέρω πώς, έπεσα χωρίς να χτυπηθώ. Τυχερός στάθηκα και στη χαριστική. Όταν ξεμάκρυναν τα S.S., ήρθαν οι Ιταλοί εργάτες, και μάζευαν τους νεκρούς. Μόλις ένιωσα πως βρίσκονταν κοντά μου, θέλοντας και μη, σηκώθηκα. Τα S.S. είχαν φύγει. "Γρήγορα", μου λεν οι Ιταλοί, "κάνε πως δουλεύεις". Παρατήρησα τότε πως κι άλλοι τρεις είχαν τη δική μου τύχη. Ο Καραγεωργίου, ο Θοδωρής κι ο Πάντος. Όταν όμως τα S.S. ξανάφεραν άλλη παρτίδα για εκτέλεσι, επειδή ο Θοδωρής κι ο Πάντος φορούσαν ακόμη τα "τρελά", τους γνώρισαν και τους εξετέλεσαν μ' αυτούς που είχαν φέρει. Έμεινα εγώ με τον Καραγεωργίου και με τους Ιταλούς, και στοιβάζαμε τους σκοτωμένους. (σ. 165-166)
"Ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι, ίνα τι εγκατέλιπές με; Περιέσχον με ωδίνες θανάτου, κίνδυνοι άιδου εύροσάν με. Ιδού οι αμαρτωλοί ενέτειναν τόξον, ητοίμασαν βέλη εις φαρέτραν τού κατατοξεύσαι με. Αι θλίψεις της καρδίας μου επληθύνθησαν. Η καρδία μου εταράχθη, εγκατέλιπέ με η ισχύς μου, και το φως των οφθαλμών μου και αυτό ουκ έστι μετ' εμού. Προς Σε, Κύριε, ήρα την ψυχήν μου, ο Θεός επί Σοί πέποιθα. Σώσον με εκ πάντων των καταδιωκόντων με και ρύσαι με". (σ. 167)
Στην αστυνομία που πήγαμε μάς κρατούν 10 ως 15 λεπτά γονατιστούς. Γύρω μας ήσαν κάτι μωρά, ίσαμε δεκατεσσάρων χρονών, με πιστόλια στα χέρια. (σ. 170)
(...) και η ψυχή μας να βαπτίζεται στη νεκρή θάλασσα του μίσους και της απονιάς. (σ. 174)
Το βράδυ είχε ξεκαρδιστή στα γέλια καθώς έβλεπε τους καταδίκους να αλληλομαχούν και να κουβαριάζωνται, προσπαθώντας ν' αρπάξουν μέσ' από τη λάσπη και τις ακαθαρσίες τις λίγες πατάτες που τους πετούσε. (σ. 175)
Λεξιλόγιο
υφηγούμενος (μοναστηριού)
κούλα (; ο Βρετανός στρατιώτης είχε περάσει κι απ' την κούλα κάποιου άλλου, που κι αυτός όμως δεν τον έκρυψε)
γερμανοκρατούμενοι (κρατούμενοι των Γερμανών)
διαλαλήματα του πορτάρη
δεν ξαδειάζει (η κοινωνία να ασχοληθεί με...)
λιόλουτρο
ξεκούρασμα
τσούλι
παγωτήρι
"πεταλάδες" (οι άνθρωποι που έρχονταν μονάχα για να τους κάνουν κακό)
φάρκα (φίσκα;)
κατηχητόπουλο
μαμμωνολατρικός
λαφροποινίτης
κοντόρασο
παστωμένοι (σαρδελοποιημένοι)
ανακουφωμένα (τα παραθυρόφυλλα)
"νυχτοφαγιές" (εκτελέσεις τη νύχτα)
περιμανδρωμένη
δεκαρίτης / δεκαπενταρίτης (με 10 / 15 χρόνια ποινή)
φαγκρίζω (έχω φέξει από τη λίμα)
τσοκαρία
φιλιστρίνι
σκουπαντζής (κατάδικος που φτιάχνει σκούπες)
ανθρωπάλογο (κατάδικος ζεμένος σαν άλογο που τραβά κάρο)
τσοκαροπέταλο (του ανθρωπάλογου)
κρυφοδαγκανιάρικο σκυλί
σκουποσποράλευρο
παγωνιέρα
"τα τρελά" (τα ρούχα των κρατουμένων με τις ρίγες)
σλέπι (μαούνα - Schlepper)
Ετικέτες
Διάβασα
Παρασκευή, Οκτώβριος 16, 2009
Dogma - which is living with the results of other people's thinking
Your time is limited, so don’t waste it living someone else’s life. Don’t be trapped by dogma - which is living with the results of other people’s thinking. Don’t let the noise of other’s opinions drown out your own inner voice. And most important, have the courage to follow your heart and intuition. They somehow already know what you truly want to become. Everything else is secondary.
— Steve Jobs
— Steve Jobs
Ετικέτες
Έγραψαν/είπαν
Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
Τόσα χρόνια που πηγαίνω στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, το πρόγραμμά μου είναι τέτοιο που το επισκεπτόμαστε απόγεμα. Και το μεν μουσείο μένει ανοιχτό ως αργά, το δε πωλητήριο κλείνει στις 3 μμ., οπότε το βρίσκουμε πάντα κλειστό! Ελληνικό δημόσιο, το μεγαλείο σου! Αντιθέτως, υπάρχει ξεχωριστός πάγκος των Φίλων του Μουσείου, εκτός πωλητηρίου (εκτός νυμφώνος) όπου πουλιούνται άλλα βιβλία ως αργά. Ποιες είναι στην προκειμένη περίπτωση οι μωρές παρθένες, κρίντε το μόνοι σας.
Στο υπόγειο υπάρχει αυτή την περίοδο μια πολύ ωραία έκθεση μακεδονικών (ελλαδικών και μη) νομισμάτων από τη συλλογή της Alphabank, που μπορείτε βέβαια να τη δείτε και στον ιστότοπο της Τράπεζας, αλλά στο Μουσείο είναι άλλο πράμα.
Επίσης, στο υπόγειο, στην προϊστορική αίθουσα, θίγεται (επιστημονικά) το θέμα της γραφής στα νεολιθικά χρόνια, που τόσο έχει ξανάψει τα αίματα των ελληνολατρών του Δαυλού και δε συμμαζεύεται.
Τέλος, υπάρχει ένα μουσικό κείμενο του 4ου αι. π.Χ., αρχαιότατο δηλ., που δυστυχώς δεν πρόλαβα να το καταγράψω, και που δεν ξέρω αν έχει δημοσιευτεί.
Στο υπόγειο υπάρχει αυτή την περίοδο μια πολύ ωραία έκθεση μακεδονικών (ελλαδικών και μη) νομισμάτων από τη συλλογή της Alphabank, που μπορείτε βέβαια να τη δείτε και στον ιστότοπο της Τράπεζας, αλλά στο Μουσείο είναι άλλο πράμα.
Επίσης, στο υπόγειο, στην προϊστορική αίθουσα, θίγεται (επιστημονικά) το θέμα της γραφής στα νεολιθικά χρόνια, που τόσο έχει ξανάψει τα αίματα των ελληνολατρών του Δαυλού και δε συμμαζεύεται.
Τέλος, υπάρχει ένα μουσικό κείμενο του 4ου αι. π.Χ., αρχαιότατο δηλ., που δυστυχώς δεν πρόλαβα να το καταγράψω, και που δεν ξέρω αν έχει δημοσιευτεί.
Ετικέτες
Αρχαιότητες,
Πόλη
Μουσείο Πέλλας
Άνοιξε το νέο Μουσείο Πέλλας, και είναι πολύ ωραίο. Τηλέφωνο ακόμα δεν έχει, και η είσοδος είναι ελεύθερη, οπότε σπεύσατε. Είναι πολύ σύγχρονο και θεματικά οργανωμένο. Το μόνο που δεν είναι σύγχρονο είναι η γνωστή εμμονή των αρχαιολόγων στους τεχνικούς όρους, στα ελληνικά, όπου αφήνονται ανερμήνευτοι. Γιατί στα αγγλικά χρησιμοποιούν μεν τους τεχνικούς όρους, αλλά τους εξηγούν σε παρένθεση. Ώστε λοιπόν ο αγγλόφωνος επισκέπτης να καταλάβει, αλλά ο ελληνόφωνος όχι! Η τέλεια σχιζοφρένεια.
Παράδειγμα: "Πυξίδα". Την ώρα που ήμουν μέσα στο μουσείο, είχε ένα δημοτικό σχολείο, και σίγουρα θα περάσουν και εκδρομείς των ΚΑΠΗ. Θα διαβάσουν "πυξίδα", και μετά θα μας λένε ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν επινοήσει την πυξίδα, αφού είδανε πυξίδες στην Πέλλα! Το αγγλικό κείμενο, αντιθέτως, γράφει "pyxis" και σε παρένθεση γράφει "box". Να λοιπόν γιατί πρέπει να πάψουμε να μιλάμε ελληνικά και να μαθαίνουμε μόνο αγγλικά. Τους αγγλόφωνους οι κ.κ. αρχαιολόγοι τους σέβονται περισσότερο. Οι Έλληνες είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν αρχαία ελληνικά όταν επισκέπτονται τα μουσεία της Ελλάδας. Ντροπή!
Παράδειγμα: "Πυξίδα". Την ώρα που ήμουν μέσα στο μουσείο, είχε ένα δημοτικό σχολείο, και σίγουρα θα περάσουν και εκδρομείς των ΚΑΠΗ. Θα διαβάσουν "πυξίδα", και μετά θα μας λένε ότι οι αρχαίοι Έλληνες είχαν επινοήσει την πυξίδα, αφού είδανε πυξίδες στην Πέλλα! Το αγγλικό κείμενο, αντιθέτως, γράφει "pyxis" και σε παρένθεση γράφει "box". Να λοιπόν γιατί πρέπει να πάψουμε να μιλάμε ελληνικά και να μαθαίνουμε μόνο αγγλικά. Τους αγγλόφωνους οι κ.κ. αρχαιολόγοι τους σέβονται περισσότερο. Οι Έλληνες είναι υποχρεωμένοι να γνωρίζουν αρχαία ελληνικά όταν επισκέπτονται τα μουσεία της Ελλάδας. Ντροπή!
Ετικέτες
Γλώσσα
Γενί Τζαμί Θεσσαλονίκης
Το Γενί Τζαμί είναι ένα ωραιότατο εκλεκτικιστικό χτίριο του 1902, του αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλλι, για τους Ντονμέδες της Θεσσαλονίκης. Μετά την Ανταλλαγή χριστιανών-μουσουλμάνων του 1923 στέγασε πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής και το 1925 στέγασε το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, ως το 1963, οπότε μετατράπηκε σε Πολιτιστικό Χώρο του Δήμου Θεσσαλονίκης, έως σήμερα. Φιλοξενεί παραταύτα παράλληλα στη μεγάλη αυλή του πλήθος ρωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά ταφικά μνημεία, μεγάλου επιγραφικού και εικονογραφικού ενδιαφέροντος.
Το θέμα είναι ότι, μόλο που στο ίντερνετ υπάρχουν εκατοντάδες ανευρέσεις του "Γενί Τζαμί" της Θεσσαλονίκης (γιατί υπάρχουν και άλλα συνονόματα στην Ελλάδα), στην πόλη, αλλά και στη γειτονιά εκεί, κανείς δεν το ξέρει σαν Γενί Τζαμί, η δε οδός όπου βρίσκεται λεγόταν ως πρόσφατα "οδός Αρχαιολογικού Μουσείου", μετονομάστηκε δε σε "οδό Τάδε" (δεν το συγκράτησα), ένα όνομα ανθρώπου, που όμως εντελώς πρόσφατα (προ ημερών, δηλαδή) αφαιρέθηκαν οι πινακίδες του, οπότε, και μέχρι νεοτέρας, εξακολουθεί να ονομάζεται "οδός Αρχαιολογικού Μουσείου". Στοιχειώδης δικαιοσύνη επέβαλλε να μετονομαστεί σε "οδό Γενί Τζαμιού". Η πινακίδα στην είσοδο γράφει
Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο (Γενί Τζαμί)
δηλ. προτάσσεται η εντελώς περιστασιακή ιδιότητα του χτιρίου, που μάλιστα δεν ισχύει εδώ και 46 χρόνια (!), έναντι της αρχικής του ιδιότητας, για την οποία χτίστηκε πριν από μόλις 107 χρόνια και η οποία βοά, όταν βλέπεις το χτίριο. Τόσο καλά και ανεξίθρησκα!
Φανταστείτε, ας πούμε, τον Παρθενώνα να ονομάζεται:
Καλεσί Τζαμί (Παρθενώνας)
ή και
Παναγία η Αθηνιώτισσα (Παρθενώνας)
τι δίκαιο που θα 'τανε...
Αλλά βέβαια, ως γνωστόν, δεν υπήρξε Τουρκοκρατία, παρά μια μεταβυζαντινή εποχή [1][2]...
Το θέμα είναι ότι, μόλο που στο ίντερνετ υπάρχουν εκατοντάδες ανευρέσεις του "Γενί Τζαμί" της Θεσσαλονίκης (γιατί υπάρχουν και άλλα συνονόματα στην Ελλάδα), στην πόλη, αλλά και στη γειτονιά εκεί, κανείς δεν το ξέρει σαν Γενί Τζαμί, η δε οδός όπου βρίσκεται λεγόταν ως πρόσφατα "οδός Αρχαιολογικού Μουσείου", μετονομάστηκε δε σε "οδό Τάδε" (δεν το συγκράτησα), ένα όνομα ανθρώπου, που όμως εντελώς πρόσφατα (προ ημερών, δηλαδή) αφαιρέθηκαν οι πινακίδες του, οπότε, και μέχρι νεοτέρας, εξακολουθεί να ονομάζεται "οδός Αρχαιολογικού Μουσείου". Στοιχειώδης δικαιοσύνη επέβαλλε να μετονομαστεί σε "οδό Γενί Τζαμιού". Η πινακίδα στην είσοδο γράφει
Παλαιό Αρχαιολογικό Μουσείο (Γενί Τζαμί)
δηλ. προτάσσεται η εντελώς περιστασιακή ιδιότητα του χτιρίου, που μάλιστα δεν ισχύει εδώ και 46 χρόνια (!), έναντι της αρχικής του ιδιότητας, για την οποία χτίστηκε πριν από μόλις 107 χρόνια και η οποία βοά, όταν βλέπεις το χτίριο. Τόσο καλά και ανεξίθρησκα!
Φανταστείτε, ας πούμε, τον Παρθενώνα να ονομάζεται:
Καλεσί Τζαμί (Παρθενώνας)
ή και
Παναγία η Αθηνιώτισσα (Παρθενώνας)
τι δίκαιο που θα 'τανε...
Αλλά βέβαια, ως γνωστόν, δεν υπήρξε Τουρκοκρατία, παρά μια μεταβυζαντινή εποχή [1][2]...
ΟΑΣΘ - ΟΑΣΑ 1-0
Πήγα να δω το Γενί Τζαμί της Θεσσαλονίκης (χτισμένο το 1902 για τους Ντονμέδες, και Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης ως το 1963), που σημειωτέον κανείς στη Θεσσαλονίκη δεν το γνωρίζει με αυτό το όνομα, και, για να γυρίσω στο κέντρο, στήθηκα σε μια στάση του ΟΑΣΘ. Είχε λοιπόν η στάση φωτεινή πινακίδα που σε πληροφορούσε για τα δρομολόγια και σε πόση ώρα θα έφταναν, όπως εδώ στην Αθήνα με το μετρό. Είπατε τίποτα, κύριοι Αθηναίοι;
Μπήκα στο λεωφορείο, και είχε αυτόματη εκφώνηση των στάσεων, ή πάλι αναγραφή της επόμενης στάσης σε φωτεινό πίνακα, πάλι όπως στο μετρό. Και βέβαια, το γνωστό σύστημα έκδοσης εισιτηρίων μέσα στο όχημα.
Τώρα, γιατί οι Θεσσαλονικιοί νιώθουν ριγμένοι έναντι της Αθήνας, μυστήριο.
Μπήκα στο λεωφορείο, και είχε αυτόματη εκφώνηση των στάσεων, ή πάλι αναγραφή της επόμενης στάσης σε φωτεινό πίνακα, πάλι όπως στο μετρό. Και βέβαια, το γνωστό σύστημα έκδοσης εισιτηρίων μέσα στο όχημα.
Τώρα, γιατί οι Θεσσαλονικιοί νιώθουν ριγμένοι έναντι της Αθήνας, μυστήριο.
Ετικέτες
Πόλη
Guide du Routard, je vous dis Merde!
Ο Guide du Routard είναι ένας γαλλικός ταξιδιωτικός οδηγός για routards, δηλ. για αλητοτουρίστες, όπως τους λέγανε παλιά (τώρα τους λένε εναλλακτικούς τουρίστες, αλλά και "αλάδωτους", όταν κλέβουν ντομάτες από τα μποστάνια και τις καταναλώνουν αλάδωτες), και για τους μηχανόβιους ταξιδιώτες (καθότι το routard είναι και συνώνυμο του motard, αν και τα κυβικά μιας μηχανής παίζουν πολύ και κατατάσσουν ποικιλοτρόπως τους ιδιοχτήτες τους στην κλίμακα της εισοδηματικής πυραμίδας). Τέλος πάντων. Ας πούμε κυρίως του τουρίστα που αναζητά φτηνές λύσεις. Στη Γαλλία έχει σπουδαία περιωπή ("Μα το γράφει στον Guide du Routard!" κττ.).
Πριν από 17 χρόνια, είχα πάει στη Σκόπελο και είχα φάει σε μια κρεπερί που τη διαφήμιζε υπερθετικά ο συγκεκριμένος Οδηγός. Σιγά τα λάχανα. Μια κρεπερί μέτρια, και με μια Γαλλίδα γριά που την είχε, αντιπαθητικιά κατά τη γνώμη μου.
Πριν από 10 χρόνια, μια Γαλλίδα τουρίστρια μου είπε πως η Πλάκα δεν αξίζει τίποτα και πως η αληθινή Αθήνα είναι στην πλατεία Βικτωρίας, και με ρωτούσε πώς θα πάει εκεί. Πηγή της; ο Guide du Routard, όπου διάβαζες κάτι του τύπου: "Αποφύγετε την τουριστική ατμόσφαιρα της Πλάκας, και, αν θέλετε να δείτε πώς ζει ο πραγματικός Αθηναίος, πηγαίντε στην πλατεία Βικτωρίας".
Πριν από μερικές μέρες, τέλος, ήμουν στη Θεσσαλονίκη, και μια άλλη Γαλλίδα τουρίστρια μου είπε πως ο Guide du Routard, πέρα από το ότι αφιερώνει στην πρώην Συμβασιλεύουσα και στη Βόρεια Ελλάδα ελάχιστες σελίδες αναλογικά (τι πρωτότυπο και εναλλακτικό, αλήθεια!), συνιστά να αποφύγει κανείς τα εστιατόρια του κέντρου της πόλης και να πάει να φάει στην... οδό Λαγκαδά, ή στην Άνω Πόλη!
Πριν από 17 χρόνια, είχα πάει στη Σκόπελο και είχα φάει σε μια κρεπερί που τη διαφήμιζε υπερθετικά ο συγκεκριμένος Οδηγός. Σιγά τα λάχανα. Μια κρεπερί μέτρια, και με μια Γαλλίδα γριά που την είχε, αντιπαθητικιά κατά τη γνώμη μου.
Πριν από 10 χρόνια, μια Γαλλίδα τουρίστρια μου είπε πως η Πλάκα δεν αξίζει τίποτα και πως η αληθινή Αθήνα είναι στην πλατεία Βικτωρίας, και με ρωτούσε πώς θα πάει εκεί. Πηγή της; ο Guide du Routard, όπου διάβαζες κάτι του τύπου: "Αποφύγετε την τουριστική ατμόσφαιρα της Πλάκας, και, αν θέλετε να δείτε πώς ζει ο πραγματικός Αθηναίος, πηγαίντε στην πλατεία Βικτωρίας".
Πριν από μερικές μέρες, τέλος, ήμουν στη Θεσσαλονίκη, και μια άλλη Γαλλίδα τουρίστρια μου είπε πως ο Guide du Routard, πέρα από το ότι αφιερώνει στην πρώην Συμβασιλεύουσα και στη Βόρεια Ελλάδα ελάχιστες σελίδες αναλογικά (τι πρωτότυπο και εναλλακτικό, αλήθεια!), συνιστά να αποφύγει κανείς τα εστιατόρια του κέντρου της πόλης και να πάει να φάει στην... οδό Λαγκαδά, ή στην Άνω Πόλη!
Ετικέτες
Ξηροί καρποί,
Πόλη
ΙΚΑ: στην αιχμή της ενημέρωσης
Μπήκα στον ιστότοπο του ΙΚΑ και είδα ότι έχουν αναρτημένα τα όρια των μισθών που χρησιμοποιούν για τον υπολογισμό των ασφαλιστικών κλάσεων. Κλικάρισα επάνω και τι να δω; Έχουν ακόμα τα όρια έτους 2001, στα πλαίσια της ενημέρωσης των ασφαλισμένων για τη μετάβαση από τη δραχμή στο ευρώ. Ενημερωμένο σάιτ, όχι παίζουμε!
"Από 1/1/2002 και μέχρι εκδόσεως του πίνακα ημερησίων μισθών και τεκμαρτών ημεριμισθίων [sic] έτους 2002"... αναμείνατε στο ακουστικό σας...
Τα όρια των ημερησίων μισθών και των τεκμαρτών ημερομισθίων των ασφαλιστικών κλάσεων που καθορίζονται κάθε έτος βάσει των διατάξεων του άρθρου 37 του ΑΝ. 1846/51 χρησιμοποιούνται στις διαδικασίες υπολογισμού των χορηγούμενων από το ίδρυμα παροχών καθώς και υπολογισμού καταβλητέων εισφορών ορισμένων κατηγοριών ασφαλισμένων.
Μέχρι 31/12/2001 χρησιμοποιείται ο εκφρασμένος σε Δρχ. πίνακας έτους 2001.
Από 1/1/2002 και μέχρι εκδόσεως του πίνακα ημερησίων μισθών και τεκμαρτών ημεριμισθίων έτους 2002 θα χρησιμοποιείται ο πίνακας έτους 2001 επαναεκφρασμένος σε ΕΥΡΩ, ο οποίος παρατίθεται παρακάτω.
Ημερήσιοι Μισθοί και ΤΗ των ασφαλιστικών κλάσεων έτους 2001
"Από 1/1/2002 και μέχρι εκδόσεως του πίνακα ημερησίων μισθών και τεκμαρτών ημεριμισθίων [sic] έτους 2002"... αναμείνατε στο ακουστικό σας...
Ετικέτες
Ξηροί καρποί,
Πολιτική
Κυριακή, Οκτώβριος 04, 2009
Πεζοδρόμου ξεδόντιασμα, 2
Έγραφα στις 13 Ιουλίου 2007 σε τούτο το τεφτέρι, με φωτογραφίες για απόδειξη, για το ξεδόντιασμα του πεζοδρόμου της Δ. Αρεοπαγίτου από τα κολονάκια της που εμπόδιζαν την είσοδο των αυτοκινήτων. Ξεδόντιασμα που δυστυχώς συνεχίστηκε (αυτό το 'δυστυχώς' έχει γίνει η μόνιμη επωδός της ζωής μας στην τρΕλλάδα), κι έτσι η Κα Διονυσίου Αρ. έγινε τελείως φαφούτα:
Ετικέτες
περιβάλλον,
Πόλη
Τεμπελιάδα 2009
Και λίγη ελαφράδα, επιτέλους, από έναν χώρο που εδώ και χρόνια ασκείται σε μια βαρύγδουπη αρνητολατρική ποίηση στους τοίχους της πόλης:


[Λεζάντα:
Τεμπέλη μ' είπες μια βραδιά, μα δεν κρατώ κακία
Κράτα καριέρα, δάνεια, κρατώ ελευθερία.
Σωτηρία Ρέμπελου, 1981]

Κι έχει κι άλλα νόστιμα, αν κλικάρετε πάνω στις φωτογραφίες.
Βέβαια, επειδή κι εγώ δεν διακρίνομαι για το χιούμορ μου, με χάλασε τελείως όταν διάβασα, στον πάτο της τρίτης φωτογραφίας, ότι
[Λεζάντα:
Τεμπέλη μ' είπες μια βραδιά, μα δεν κρατώ κακία
Κράτα καριέρα, δάνεια, κρατώ ελευθερία.
Σωτηρία Ρέμπελου, 1981]
Κι έχει κι άλλα νόστιμα, αν κλικάρετε πάνω στις φωτογραφίες.
Βέβαια, επειδή κι εγώ δεν διακρίνομαι για το χιούμορ μου, με χάλασε τελείως όταν διάβασα, στον πάτο της τρίτης φωτογραφίας, ότι
Το κάπνισμα επιτρέπεται μόνο στους χώρους άθλησης.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)